Τετάρτη, 11 Μαΐου 2011

ΠΟΥ 'ΣΑΙ ΡΕ ΘΕΟΔΩΡΕ...


Που 'σαι ρε Θεόδωρε...

Που 'σαι να δεις τα χάλια μας. Να δεις για ποιούς ελευθέρωσες την Ελλάδα και να ξαναφωνάξεις: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Που 'σαι να αρπάξεις όλους αυτούς τους αλήτες από τον λαιμό και να φωνάξεις:

«Τι κάνετε, ωρέ; Για εσάς μωρέ οι Έλληνες έχυσαν το αίμα τους;

Αλλά τι να περιμένω, μωρέ από εσάς; Σάμπως δικοί σας “συνάδελφοι” δεν ήταν και αυτοί που με καταδίκασαν να σαπίσω στη φυλακή σαν “ευχαριστώ” για την προσφορά μου στον αγώνα για την ελευθερία αυτής της πολύπαθης χώρας που κάποιοι (μεταξύ τους και εσείς ωρέ ζαγάρια) δεν θέλουν να ορθοποδήσει και προσπαθούν με κάθε τρόπο να την έχουν πάντα γονυπετής να παρακαλάει για βοήθεια, γιατί, μωρέ, δεν έχει ηγέτες ικανούς να διαχειριστούν τους φυσικούς πόρους της.

Τόσοι Έλληνες έχυσαν το αίμα τους για να διώξουμε τους Τούρκους από την Ελλάδα, για να τους έχετε εσείς ωρέ όρνεα, να κόβουν βόλτες στο Αιγαίο σαν κύριοι.

Σηκωθείτε ωρέ χαντακωμένοι και τσακιστείτε έξω από την πατρίδα μας (γιατί για Έλληνες δεν σας μετράω) και αφήστε κανέναν άλλον να κυβερνήσει, μήπως και δουν οι Έλληνες καμιά άσπρη μέρα.

Αχ μωρέ και να μπορούσα να σηκωθώ από τον τάφο και να πάρω τη σπάθα και τις μπιστόλες μου και να 'ρχόμουνα καβάλα στο άλογό μου να ελευθερώσω για άλλη μια φορά την πατρίδα μου, μόνο που τώρα θα την ελευθερώσω από εσάς, ψευτοσωτήρες που για χρόνια πίνετε το αίμα του ελληνικού λαού και το παίζετε και καμπόσοι.

Ψεύτες, λωποδύτες, βολεμένα τραγιά των αμερικανών και των ευρωπαίων.

'Οξω, ωρέ. 'Οξω μη σας πάρει ο Διάολος ούλους. Ούτε στον θάνατο δεν μ' αφήνετε ήσυχο.

'Οξω, μωρέ , γιατί έτσι και σηκωθώ θα σας πάρει και θα σας σηκώσει. Καταραμένη φάρα.

Σήκω, μωρέ Παπαφλέσσα, να τους πιάσουμε, εγώ τους πολιτικάντηδες κι εσύ τους κοιλαράδες τους τραγοπαπάδες (όχι ούλους, ξέρεις εσύ, ποιούς) και να τους πετάξουμε ούλους έξω από την Ελλάδα μας μπας και καθαρίσει η χώρα, γιατί έτσι και περιμένουμε από τους καναπεδάτους, χέσε μέσα. Μέχρι να σηκώσουν το ένα τους κανί, βρωμάει τ' άλλο.

Σήκω, λοιπόν Γρηγόρη και φώναξε και τα άλλα τα παλικάρια, τους σύγχρονούς μας, αλλά και τους παλαιότερους. Τον Λεωνίδα, τον Οδυσσέα, τον Θεμιστοκλή, τον Μιλτιάδη, τον Μεγαλέξαντρο. Φώναξέ τους ούλους και πάμε. Πάμε για την Ελλάδα, την δική μας και των παιδιών μας...»

Που 'σαι ρε Θεόδωρε...

Που 'σαι, να τα πεις όλα αυτά...